snooze
snooze
snuz
σνουζ
/snˈuːz/

Ορισμός και σημασία του "snooze"στα αγγλικά

to snooze
01

κοιμάμαι ελαφρά, κάνω έναν υπνάκο

to sleep lightly for a brief amount of time
Intransitive
to snooze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snooze
γ΄ ενικό πρόσωπο
snoozes
ενεστώτα μετοχή
snoozing
απλός αόριστος
snoozed
παθητική μετοχή
snoozed
Παραδείγματα
A power nap involves snoozing for a short duration to boost energy.
Ένα power nap περιλαμβάνει λαφρίζω για σύντομο χρονικό διάστημα για να ενισχύσει την ενέργεια.
01

υπνάκος, κοιμητούλα

sleeping for a short period of time (usually not in bed)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snoozes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store