Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snooze
01
κοιμάμαι ελαφρά, κάνω έναν υπνάκο
to sleep lightly for a brief amount of time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snooze
γ΄ ενικό πρόσωπο
snoozes
ενεστώτα μετοχή
snoozing
απλός αόριστος
snoozed
παθητική μετοχή
snoozed
Παραδείγματα
A power nap involves snoozing for a short duration to boost energy.
Ένα power nap περιλαμβάνει λαφρίζω για σύντομο χρονικό διάστημα για να ενισχύσει την ενέργεια.
Snooze
01
υπνάκος, κοιμητούλα
sleeping for a short period of time (usually not in bed)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snoozes



























