snooker
snoo
ˈsnʊ
σνου
ker
kɜr
κερρ
/snˈuːkɐ/

Ορισμός και σημασία του "snooker"στα αγγλικά

01

σνούκερ, μια παραλλαγή του μπιλιάρδου που παίζεται σε ένα ειδικό πράσινο τραπέζι με 1 λευκή μπάλα

a variation of pool played on a special green table with 1 white ball, 15 red balls, and 6 balls of other colors
snooker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snookers
to snooker
01

μπλοκάρω, βάζω σε snooker

leave one's opponent unable to take a direct shot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snooker
γ΄ ενικό πρόσωπο
snookers
ενεστώτα μετοχή
snookering
απλός αόριστος
snookered
παθητική μετοχή
snookered
02

εξαπατώ, κοροϊδεύω

fool or dupe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store