Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snooker
01
σνούκερ, μια παραλλαγή του μπιλιάρδου που παίζεται σε ένα ειδικό πράσινο τραπέζι με 1 λευκή μπάλα
a variation of pool played on a special green table with 1 white ball, 15 red balls, and 6 balls of other colors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snookers
to snooker
01
μπλοκάρω, βάζω σε snooker
leave one's opponent unable to take a direct shot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snooker
γ΄ ενικό πρόσωπο
snookers
ενεστώτα μετοχή
snookering
απλός αόριστος
snookered
παθητική μετοχή
snookered
02
εξαπατώ, κοροϊδεύω
fool or dupe



























