Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snorkel
01
καταδύομαι με αναπνευστήρα
to swim under water with a hollow tube called snorkel through which one can breathe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
snorkel
γ΄ ενικό πρόσωπο
snorkels
ενεστώτα μετοχή
snorkeling
απλός αόριστος
snorkeled
παθητική μετοχή
snorkeled
Παραδείγματα
We decided to snorkel along the coral reef to observe the underwater wildlife.
Αποφασίσαμε να κάνουμε snorkeling κατά μήκος του κοραλλιογενούς υφάλου για να παρατηρήσουμε την υποθαλάσσια άγρια ζωή.
Snorkel
01
σνόρκελ, σωλήνας αέρα
an air passage formed by a retractable device with intake and exhaust pipes that allows a submarine to remain submerged for extended periods of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snorkels
Παραδείγματα
The submarine raised its snorkel to take in fresh air while staying submerged.
Το υποβρύχιο σήκωσε το σνόρκελ του για να πάρει φρέσκο αέρα ενώ παρέμενε βυθισμένο.
02
σνορκέλ, σωλήνας αναπνοής
a hollow tube used by swimmers and divers to breathe while their face is submerged underwater
Παραδείγματα
The snorkel allows divers to breathe freely while observing underwater creatures.
Το σνορκέλ επιτρέπει στους δύτες να αναπνέουν ελεύθερα ενώ παρακολουθούν τα υποβρύχια πλάσματα.
Λεξικό Δέντρο
snorkeling
snorkel



























