Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snorkel
01
καταδύομαι με αναπνευστήρα
to swim under water with a hollow tube called snorkel through which one can breathe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
snorkel
γ΄ ενικό πρόσωπο
snorkels
ενεστώτα μετοχή
snorkeling
απλός αόριστος
snorkeled
παθητική μετοχή
snorkeled
Παραδείγματα
He taught his children how to snorkel during their vacation in Hawaii.
Δίδαξε τα παιδιά του πώς να καταδύονται με αναπνευστήρα κατά τις διακοπές τους στη Χαβάη.
Snorkel
01
σνόρκελ, σωλήνας αέρα
an air passage formed by a retractable device with intake and exhaust pipes that allows a submarine to remain submerged for extended periods of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snorkels
Παραδείγματα
The snorkel enabled the submarine to operate stealthily near the surface.
Το σνορκέλ επέτρεψε στο υποβρύχιο να λειτουργήσει κρυφά κοντά στην επιφάνεια.
02
σνορκέλ, σωλήνας αναπνοής
a hollow tube used by swimmers and divers to breathe while their face is submerged underwater
Παραδείγματα
The snorkel's valve prevented water from entering while he dived below the surface.
Η βαλβίδα του σνορκέλ απέτρεψε την είσοδο νερού ενώ βούτηξε κάτω από την επιφάνεια.
Λεξικό Δέντρο
snorkeling
snorkel



























