Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snoot
01
μύτη, ρύγχος
informal terms for the nose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snoots
02
σνομπ, αλαζόνας
a person regarded as arrogant and annoying
03
snoot, κώνος φωτός
a photographic accessory that fits over a studio light or flash unit to create a narrow, focused beam of light
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
snooty
snoot



























