to snicker
sni
ˈsnɪ
sni
cker
slickerstickersnacker

Ορισμός και σημασία του "snicker"στα αγγλικά

to snicker
01

χαχανίζω, γελώ υποκριτικά

to laugh quietly in a sneaky or mocking way 
Intransitive
to snicker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snicker
γ΄ ενικό πρόσωπο
snickers
ενεστώτα μετοχή
snickering
απλός αόριστος
snickered
παθητική μετοχή
snickered
Παραδείγματα
The students couldn't help but snicker when the teacher made a funny mistake. 

Οι μαθητές δεν μπορούσαν να σταματήσουν να χασκογελούν όταν ο δάσκαλος έκανε ένα αστείο λάθος.

01

χλευαστικό γέλιο, περιφρονητικό γέλιο

a disrespectful laugh 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snickers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store