Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sneeze
to sneeze
01
φτερνίζομαι, κάνω ένα φτάρνισμα
to blow air out of our nose and mouth in a sudden way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sneeze
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneezes
ενεστώτα μετοχή
sneezing
απλός αόριστος
sneezed
παθητική μετοχή
sneezed
Παραδείγματα
Whenever I dust my house, I sneeze a lot.
Κάθε φορά που σκουπίζω σκόνη στο σπίτι μου, φτερνίζομαι πολύ.
Λεξικό Δέντρο
sneezy
sneeze



























