sneeze
sneeze
sni:z
σνηζ
/sniːz/

Ορισμός και σημασία του "sneeze"στα αγγλικά

01

φτάρνισμα, φταρνίζομαι

the act of blowing air out of your nose and mouth in a forceful way
sneeze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sneezes
Παραδείγματα
The sneeze interrupted her while she was talking
Ο φταρνισμός τη διέκοψε ενώ μιλούσε.
to sneeze
01

φτερνίζομαι, κάνω ένα φτάρνισμα

to blow air out of our nose and mouth in a sudden way
Intransitive
to sneeze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sneeze
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneezes
ενεστώτα μετοχή
sneezing
απλός αόριστος
sneezed
παθητική μετοχή
sneezed
Παραδείγματα
Whenever I dust my house, I sneeze a lot.
Κάθε φορά που σκουπίζω σκόνη στο σπίτι μου, φτερνίζομαι πολύ.

Λεξικό Δέντρο

sneezy
sneeze
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store