Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
behindhand
01
υστερημένος, καθυστερημένος
in a state of being late or delayed in relation to an obligation, especially paying a debt
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The team was behindhand in completing their assignments.
Η ομάδα έμεινε πίσω στην ολοκλήρωση των αναθέσεών της.
behindhand
01
υστερημένος, καθυστερημένος
behind schedule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most behindhand
συγκριτικός βαθμός
more behindhand
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
behindhand
behind
hand



























