behindhand
be
bi
hind
ˈhaɪnd
haind
hand
hænd
hānd

Ορισμός και σημασία του "behindhand"στα αγγλικά

01

υστερημένος, καθυστερημένος

in a state of being late or delayed in relation to an obligation, especially paying a debt 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She was behindhand with her report and ha. 

Ήταν αργοπορημένη με την έκθεσή της και χα.

behindhand
01

υστερημένος, καθυστερημένος

behind schedule 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most behindhand
συγκριτικός βαθμός
more behindhand
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store