behindhand
be
μπι
hind
ˈhaɪnd
χαινντ
hand
hænd
χαινντ
/bɪhˈaɪndhand/

Ορισμός και σημασία του "behindhand"στα αγγλικά

01

υστερημένος, καθυστερημένος

in a state of being late or delayed in relation to an obligation, especially paying a debt
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The team was behindhand in completing their assignments.
Η ομάδα έμεινε πίσω στην ολοκλήρωση των αναθέσεών της.
behindhand
01

υστερημένος, καθυστερημένος

behind schedule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most behindhand
συγκριτικός βαθμός
more behindhand
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store