beholden
be
bi
hol
ˈhəʊl
hewl
den
dən
dēn
emboldengoldenolden

Ορισμός και σημασία του "beholden"στα αγγλικά

01

υποχρεωμένος, ευγνώμων

indebted or obligated to someone because of a favor or kindness they have done 
beholden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beholden
συγκριτικός βαθμός
more beholden
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt beholden to her mentor for guiding her through difficult times in her career. 

Αισθανόταν υποχρεωμένη στον μέντορά της για την καθοδήγησή της μέσα από δύσκολες στιγμές στην καριέρα της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store