beholden
be
μπι
hol
ˈhoʊl
χουλ
den
dən
νταν
/bɪhˈə‍ʊldən/

Ορισμός και σημασία του "beholden"στα αγγλικά

01

υποχρεωμένος, ευγνώμων

indebted or obligated to someone because of a favor or kindness they have done
beholden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beholden
συγκριτικός βαθμός
more beholden
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician felt beholden to his supporters and worked tirelessly to fulfill their expectations.
Ο πολιτικός αισθανόταν υποχρεωμένος στους υποστηρικτές του και εργαζόταν ακούραστα για να εκπληρώσει τις προσδοκίες τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store