Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beholden
01
υποχρεωμένος, ευγνώμων
indebted or obligated to someone because of a favor or kindness they have done
Παραδείγματα
The politician felt beholden to his supporters and worked tirelessly to fulfill their expectations.
Ο πολιτικός αισθανόταν υποχρεωμένος στους υποστηρικτές του και εργαζόταν ακούραστα για να εκπληρώσει τις προσδοκίες τους.
Λεξικό Δέντρο
unbeholden
beholden



























