to behoove
be
bi
hoove
ˈhu:v
hoov
improveapprovegrooveremove
behove

Ορισμός και σημασία του "behoove"στα αγγλικά

to behoove
01

Θα έπρεπε, Θα ήταν ωφέλιμο

to be beneficial to act in a certain way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
behoove
γ΄ ενικό πρόσωπο
behooves
ενεστώτα μετοχή
behooving
απλός αόριστος
behooved
παθητική μετοχή
behooved
Παραδείγματα
It would behoove you to read the contract carefully before signing. 

Σας συμφέρει να διαβάσετε προσεκτικά τη σύμβαση πριν την υπογράψετε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store