Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to behoove
01
Θα έπρεπε, Θα ήταν ωφέλιμο
to be beneficial to act in a certain way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
behoove
γ΄ ενικό πρόσωπο
behooves
ενεστώτα μετοχή
behooving
απλός αόριστος
behooved
παθητική μετοχή
behooved
Παραδείγματα
It behooves every citizen to stay informed about public policy.
Πρέπει σε κάθε πολίτη να παραμένει ενημερωμένος για τη δημόσια πολιτική.



























