Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snake
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snakes
Παραδείγματα
I watched as the snake swallowed its prey whole.
Παρακολούθησα το φίδι να καταπίνει ολόκληρο το θήραμά του.
02
προδότης, φίδι
a person treacherous, deceitful, or willing to betray others
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
She called him a snake after he switched sides.
Τον αποκάλεσε φίδι αφού άλλαξε πλευρά.
03
φίδι, καλώδιο
any object that is long, thin, and flexible, resembling the shape or movement of a snake
Παραδείγματα
He held a snake of rope to measure the distance.
Κρατούσε ένα φίδι από σχοινί για να μετρήσει την απόσταση.
04
σύρμα καθαρισμού σωλήνων, φίδι υδραυλικού
a long, flexible steel cable used to clear clogs in pipes, especially curved or obstructed ones
Παραδείγματα
The plumber ran a snake down the drain to remove the blockage.
Ο υδραυλικός πέρασε ένα σύρμα αποφράξεων στον αποχετευτικό σωλήνα για να αφαιρέσει τη φραγή.
05
Φίδι, Οφιούχος
a faint, long constellation in the southern hemisphere, located near the equator between Virgo and Cancer
Παραδείγματα
The snake is best viewed in the southern hemisphere summer.
Το Όφις είναι καλύτερα ορατό το καλοκαίρι του νότιου ημισφαιρίου.
to snake
01
ελίσσομαι, κυματίζω
to glide in a winding, sinuous motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
snake
γ΄ ενικό πρόσωπο
snakes
ενεστώτα μετοχή
snaking
απλός αόριστος
snaked
παθητική μετοχή
snaked
Παραδείγματα
Smoke snaked up from the chimney.
Ο καπνός ελίσσονταν από το καμινάδα.
02
ελίσσομαι, κυματίζω
to travel along a twisting or curving route
Παραδείγματα
The road snaked through the hills.
Ο δρόμος κουλουριάζει μέσα από τους λόφους.
Λεξικό Δέντρο
snakelike
snaky
snake



























