smuggler
Pronunciation
/ˈsməɡəɫɝ/, /ˈsməɡɫɝ/

Ορισμός και σημασία του "smuggler"στα αγγλικά

01

λαθρέμπορος, διακινητής

an individual who illegally and secretly imports or exports goods or people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smugglers
Παραδείγματα
The smuggler faced severe penalties for attempting to bring in counterfeit products that violated international trade laws.
Ο λαθρέμπορος αντιμετώπισε σοβαρές ποινές για την προσπάθεια εισαγωγής πλαστών προϊόντων που παραβίαζαν τους διεθνείς νόμους εμπορίου.

Λεξικό Δέντρο

smuggler
smuggle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store