smokeless
Pronunciation
/ˈsmoʊkɫəs/

Ορισμός και σημασία του "smokeless"στα αγγλικά

01

ακαπνιστός, λιγοκαπνιστός

able to burn with little or no smoke
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most smokeless
συγκριτικός βαθμός
more smokeless
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store