Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
smokeless
01
ακαπνιστός, λιγοκαπνιστός
able to burn with little or no smoke
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most smokeless
συγκριτικός βαθμός
more smokeless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
combustion, environment, technology
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
smokeless
smoke



























