smoked salmon
smoked
ˈsməʊkt
smewkt
sal
mon
mən
mēn

Ορισμός και σημασία του "smoked salmon"στα αγγλικά

01

καπνιστός σολομός, παραδοσιακός καπνιστός σολομός

salmon cured by smoking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store