Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smoked salmon
01
καπνιστός σολομός, παραδοσιακός καπνιστός σολομός
salmon cured by smoking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καπνιστός σολομός, παραδοσιακός καπνιστός σολομός