Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smog
01
καπνούχος ομίχλη, μολυσματική ομίχλη
a combination of smoke and fog that is considered a form of air pollution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
smogs
Παραδείγματα
The city's smog was so thick that it reduced visibility, making it difficult for drivers to see the road ahead.
Ο καπνός της πόλης ήταν τόσο πυκνός που μείωσε την ορατότητα, δυσκολεύοντας τους οδηγούς να δουν το δρόμο μπροστά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
smoggy
smog



























