smogginess
smo
ˈsmɒ
smo
ggi
gi
gi
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "smogginess"στα αγγλικά

01

καπνούχος ομίχλη, μόλυνση από καπνό και ομίχλη

air pollution by a mixture of smoke and fog 
smogginess definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
smogginesses

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

smogginess
smoggy
smog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store