Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
small-minded
01
στενόμυαλος, περιορισμένης σκέψης
being solely interested in unimportant things and not willing to change one’s perspective, or consider other’s opinions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most small-minded
συγκριτικός βαθμός
more small-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite his intelligence, his small-minded approach to problem-solving was a hindrance.
Παρά την ευφυΐα του, η στενόμυαλη προσέγγισή του στην επίλυση προβλημάτων ήταν εμπόδιο.



























