Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slow up
[phrase form: slow]
01
επιβραδύνω, μειώνω την ταχύτητα
to decrease in speed or pace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
slow
ενεστώτας
slow up
γ΄ ενικό πρόσωπο
slows up
ενεστώτα μετοχή
slowing up
απλός αόριστος
slowed up
παθητική μετοχή
slowed up
Παραδείγματα
The river current began to slow up as it entered the wider, calmer section.
Το ρεύμα του ποταμού άρχισε να επιβραδύνεται καθώς εισήλθε στο ευρύτερο, πιο ήρεμο τμήμα.
02
επιβραδύνω, εξασθενίζω την ταχύτητα
to cause something or someone to proceed more slowly
Παραδείγματα
She intentionally slowed the presentation up to allow for more detailed explanations.
Επιβράδυνε σκόπιμα την παρουσίαση για να επιτρέψει πιο λεπτομερείς εξηγήσεις.



























