slithery
sli
ˈslɪ
sli
the
ðə
dhē
ry
ri
ri
slippery

Ορισμός και σημασία του "slithery"στα αγγλικά

01

γλιστερός, ολισθηρός

smooth and slippery in a way that causes something or someone to glide or slide easily 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slitheriest
συγκριτικός βαθμός
slitherier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The slithery surface of the wet rocks made it dangerous to climb. 

Η ολισθηρή επιφάνεια των βρεγμένων βράχων έκανε την αναρρίχηση επικίνδυνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store