Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to befog
01
μπερδεύω, θολώνω
to make something unclear or confusing
Transitive: to befog sb
Παραδείγματα
The convoluted explanations befogged the listeners, leaving them uncertain about the topic.
Οι περίπλοκες εξηγήσεις θόλωσαν τους ακροατές, αφήνοντάς τους αβέβαιους για το θέμα.
02
καλύπτω με ομίχλη, θολώνω
to cover or obscure something with fog or smoke, making it hard to see
Transitive: to befog a sight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
befog
γ΄ ενικό πρόσωπο
befogs
ενεστώτα μετοχή
befogging
απλός αόριστος
befogged
παθητική μετοχή
befogged
Παραδείγματα
The thick mist befogged the view of the mountains.
Το πυκνό ομίχλη θόλωσε την θέα των βουνών.
Λεξικό Δέντρο
befogged
befog
fog



























