slip-up
slip
slɪp
slip
up
ʌp
ap
trip-uptip-up

Ορισμός και σημασία του "slip-up"στα αγγλικά

01

λάθος, ατόπημα

a minor mistake or error, often resulting from carelessness or inattention 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slip-ups
Παραδείγματα
The slip-up in the calculations caused a slight delay in the project. 

Το λάθος στους υπολογισμούς προκάλεσε μια μικρή καθυστέρηση στο έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store