Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slink
01
κρυφοπερπατώ, πλησιάζω κρυφά
to move or walk stealthily, attempting to avoid attention or detection
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slink
γ΄ ενικό πρόσωπο
slinks
ενεστώτα μετοχή
slinking
απλός αόριστος
slunk
παθητική μετοχή
slunk
Παραδείγματα
The thief slinked through the crowded market, expertly blending in with the busy shoppers.
Ο κλέφτης γλιστρούσε μέσα από το γεμάτο παζάρι, αναμειγνύοντας επιδέξια με τους απασχολημένους πελάτες.



























