Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
slim
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slimmest
συγκριτικός βαθμός
slimmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He followed a healthy diet to stay slim and healthy.
Ακολούθησε μια υγιεινή διατροφή για να παραμείνει αδύνατος και υγιής.
02
λεπτός, στενός
small in size or width
Παραδείγματα
She wore a slim silver necklace that matched her earrings perfectly.
Φορούσε ένα λεπτό ασημένιο κολιέ που ταίριαζε τέλεια με τα σκουλαρίκια της.
03
λεπτός, μικρός
very small in degree
Παραδείγματα
The team’s chances of winning the championship are slim after their recent loss.
Οι πιθανότητες της ομάδας να κερδίσει το πρωτάθλημα είναι ελάχιστες μετά την πρόσφατη ήττα τους.
to slim
01
αδυνατίζω, χάνω βάρος
take off weight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slim
γ΄ ενικό πρόσωπο
slims
ενεστώτα μετοχή
slimming
απλός αόριστος
slimmed
παθητική μετοχή
slimmed
Λεξικό Δέντρο
slimly
slimness
slim



























