Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
slim
Παραδείγματα
The slim model walked confidently on the runway.
Το αδύνατο μοντέλο περπάτησε με αυτοπεποίθηση στη διάδρομο.
02
λεπτός, στενός
small in size or width
Παραδείγματα
The bookshelf was slim enough to fit in the tight corner of the room.
Η βιβλιοθήκη ήταν αρκετά λεπτή για να χωρέσει στη στενή γωνία του δωματίου.
03
λεπτός, μικρός
very small in degree
Παραδείγματα
Despite their slim lead, the team managed to secure the victory.
Παρά την λεπτή τους προβάδισμα, η ομάδα κατάφερε να εξασφαλίσει τη νίκη.
to slim
01
αδυνατίζω, χάνω βάρος
take off weight
Λεξικό Δέντρο
slimly
slimness
slim



























