slim
Pronunciation
/slɪm/

Ορισμός και σημασία του "slim"στα αγγλικά

01

λεπτός, αδύνατος

thin in an attractive way
slim definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slimmest
συγκριτικός βαθμός
slimmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The slim model walked confidently on the runway.
Το αδύνατο μοντέλο περπάτησε με αυτοπεποίθηση στη διάδρομο.
02

λεπτός, στενός

small in size or width
Παραδείγματα
The bookshelf was slim enough to fit in the tight corner of the room.
Η βιβλιοθήκη ήταν αρκετά λεπτή για να χωρέσει στη στενή γωνία του δωματίου.
03

λεπτός, μικρός

very small in degree
Παραδείγματα
Despite their slim lead, the team managed to secure the victory.
Παρά την λεπτή τους προβάδισμα, η ομάδα κατάφερε να εξασφαλίσει τη νίκη.
to slim
01

αδυνατίζω, χάνω βάρος

take off weight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slim
γ΄ ενικό πρόσωπο
slims
ενεστώτα μετοχή
slimming
απλός αόριστος
slimmed
παθητική μετοχή
slimmed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store