slim
slim
slɪm
σλιμ
quimlimbbrimtrim

Ορισμός και σημασία του "slim"στα αγγλικά

01

λεπτός, αδύνατος

thin in an attractive way 
slim definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slimmest
συγκριτικός βαθμός
slimmer
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
body, appearance, health
Παραδείγματα
He followed a healthy diet to stay slim and healthy. 

Ακολούθησε μια υγιεινή διατροφή για να παραμείνει αδύνατος και υγιής.

02

λεπτός, στενός

small in size or width 
Παραδείγματα
She wore a slim silver necklace that matched her earrings perfectly. 

Φορούσε ένα λεπτό ασημένιο κολιέ που ταίριαζε τέλεια με τα σκουλαρίκια της.

03

λεπτός, μικρός

very small in degree 
Παραδείγματα
The team’s chances of winning the championship are slim after their recent loss. 

Οι πιθανότητες της ομάδας να κερδίσει το πρωτάθλημα είναι ελάχιστες μετά την πρόσφατη ήττα τους.

to slim
01

αδυνατίζω, χάνω βάρος

take off weight 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slim
γ΄ ενικό πρόσωπο
slims
ενεστώτα μετοχή
slimming
απλός αόριστος
slimmed
παθητική μετοχή
slimmed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slimly
slimness
slim
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store