slew
slew
slu:
sloo
shewchewanewcoup

Ορισμός και σημασία του "slew"στα αγγλικά

01

ένας μεγάλος αριθμός, μια σειρά

something in large amounts or numbers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slews
Παραδείγματα
The company received a slew of applications for the open position. 

Η εταιρεία έλαβε ένα σωρό αιτήσεις για την κενή θέση.

to slew
01

στρίβω απότομα, αλλάζω κατεύθυνση απότομα

turn sharply; change direction abruptly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slew
γ΄ ενικό πρόσωπο
slews
ενεστώτα μετοχή
slewing
απλός αόριστος
slewed
παθητική μετοχή
slewed
02

ολισθαίνω, κινούμαι πλαγίως

move obliquely or sideways, usually in an uncontrolled manner 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store