Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sleet
01
χιονόνερο, πάγοβροχή
frozen raindrops or partially melted snowflakes that fall as ice pellets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sleet
Παραδείγματα
The weather forecast predicts a mix of rain and sleet tomorrow morning.
Ο καιρός προβλέπει ένα μείγμα βροχής και χαλαζοβροχής αύριο το πρωί.
to sleet
01
χιονίζει με βροχή, πέφτει ως μείγμα βροχής και χιονιού
(of precipitation) to fall as a mixture of rain and snow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sleet
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleets
ενεστώτα μετοχή
sleeting
απλός αόριστος
sleeted
παθητική μετοχή
sleeted
Παραδείγματα
It began to sleet in the late afternoon, making the roads slippery.
Άρχισε να χιονίζει με βροχή το απόγευμα, κάνοντας τους δρόμους ολισθηρούς.
Λεξικό Δέντρο
sleety
sleet



























