Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sleet
01
χιονόνερο, πάγοβροχή
frozen raindrops or partially melted snowflakes that fall as ice pellets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sleet clung to the tree branches, creating a picturesque winter scene.
Ο χιονόνερο κόλλησε στα κλαδιά των δέντρων, δημιουργώντας μια γραφική χειμερινή σκηνή.
to sleet
01
χιονίζει με βροχή, πέφτει ως μείγμα βροχής και χιονιού
(of precipitation) to fall as a mixture of rain and snow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sleet
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleets
ενεστώτα μετοχή
sleeting
απλός αόριστος
sleeted
παθητική μετοχή
sleeted
Παραδείγματα
The storm will sleet across the northern regions before turning to snow.
Η καταιγίδα θα χιονόβροχο στις βόρειες περιοχές πριν μετατραπεί σε χιόνι.
Λεξικό Δέντρο
sleety
sleet



























