Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleepwalk
01
υπνοβατώ, περπατώ στον ύπνο μου
to walk or do other actions while one is sleeping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
sleepwalk
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleepwalks
ενεστώτα μετοχή
sleepwalking
απλός αόριστος
sleepwalked
παθητική μετοχή
sleepwalked
Παραδείγματα
It can be dangerous to sleepwalk, as he once stumbled down the stairs while in a daze.
Το υπνοβασία μπορεί να είναι επικίνδυνο, καθώς μια φορά σκόνταψε στις σκάλες ενώ ήταν σε κατάσταση ζάλης.
Λεξικό Δέντρο
sleepwalker
sleepwalking
sleepwalk



























