Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleepwalk
01
υπνοβατώ, περπατώ στον ύπνο μου
to walk or do other actions while one is sleeping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
sleepwalk
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleepwalks
ενεστώτα μετοχή
sleepwalking
απλός αόριστος
sleepwalked
παθητική μετοχή
sleepwalked
Παραδείγματα
Ever since he was a child, he would occasionally sleepwalk around the house, much to his parents' surprise.
Από τότε που ήταν παιδί, περιστασιακά περπατούσε στον ύπνο γύρω από το σπίτι, προς μεγάλη έκπληξη των γονιών του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sleepwalker
sleepwalking
sleepwalk



























