Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sledge
01
σφυρί, βαρύ σφυρί
a heavy long-handled hammer used to drive stakes or wedges
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sledges
02
έλκηθρο, όχημα χιονιού
a vehicle usually pulled by horses, which people get on to slide over snow
Dialect
British
to sledge
01
ολισθαίνω με έλκηθρο, ταξιδεύω με έλκηθρο
ride in or travel with a sledge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
sledge
γ΄ ενικό πρόσωπο
sledges
ενεστώτα μετοχή
sledging
απλός αόριστος
sledged
παθητική μετοχή
sledged
02
χτυπώ με σφυρί, κτυπώ με σφυρί
beat with a sledgehammer
03
μεταφέρω με έλκηθρο, οδηγώ έλκηθρο
transport in a sleigh



























