Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slang
01
αργκό, ιδίωμα
language or expressions distinctive to a particular social, professional, or cultural group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Regional slang can differ widely within a country.
Η περιφερειακή αργκό μπορεί να διαφέρει ευρέως εντός μιας χώρας.
Παραδείγματα
The slang term ' cop' is commonly used to refer to a police officer, originating from the verb ' to cop,' meaning to capture or arrest.
Ο αργκό όρος 'cop' χρησιμοποιείται συνήθως για να αναφερθεί σε αστυνομικό, προέρχεται από το ρήμα 'to cop', που σημαίνει να συλλάβεις ή να συλλάβεις.
to slang
01
βρίζω, προσβάλλω
to insult someone using offensive language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slang
γ΄ ενικό πρόσωπο
slangs
ενεστώτα μετοχή
slanging
απλός αόριστος
slanged
παθητική μετοχή
slanged
Παραδείγματα
Critics slanged the novel for its weak plot.
Οι κριτικοί προσέβαλαν το μυθιστόρημα για την αδύναμη πλοκή του.
02
εξαπατώ, κοροϊδεύω
to deceive or trick someone
Παραδείγματα
The hoax slanged the public into panic.
Η απάτη εξαπάτησε το κοινό σε πανικό.
03
μιλώ με αργκό, χρησιμοποιώ αργκό
to speak using slang or vulgar expressions
Παραδείγματα
The article slanged some of the more offensive terms.
Το άρθρο χρησιμοποιεί αργκό για κάποιους από τους πιο προσβλητικούς όρους.



























