Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slake
01
καταπνίγω, ικανοποιώ
having hair of a dark color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
slake
γ΄ ενικό πρόσωπο
slakes
ενεστώτα μετοχή
slaking
απλός αόριστος
slaked
παθητική μετοχή
slaked
02
καταπραΰνω, απαλύνω
to alleviate or reduce the intensity of something, such as thirst, desire, or a need
Παραδείγματα
The cool drink slakes my thirst after a long walk in the sun.
Το δροσιστικό ποτό καταπνίγει τη δίψα μου μετά από μια μεγάλη βόλτα στον ήλιο.
03
σβήνω, διαλύω
cause to heat and crumble by treatment with water
04
καταπνίγω, ικανοποιώ
to satisfy thirst
Παραδείγματα
He drank water to slake his thirst after running.
Ήπιε νερό για να καταπραΰνει τη δίψα του μετά το τρέξιμο.



























