Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slake
01
καταπνίγω, ικανοποιώ
having hair of a dark color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
slake
γ΄ ενικό πρόσωπο
slakes
ενεστώτα μετοχή
slaking
απλός αόριστος
slaked
παθητική μετοχή
slaked
02
καταπραΰνω, απαλύνω
to alleviate or reduce the intensity of something, such as thirst, desire, or a need
Παραδείγματα
Tomorrow 's feast will slake our hunger with an abundance of delicious dishes and desserts.
Η γιορτή του αύριο θα καταπραΰνει την πείνα μας με μια αφθονία νόστιμων πιάτων και επιδορπίων.
03
σβήνω, διαλύω
cause to heat and crumble by treatment with water
04
καταπνίγω, ικανοποιώ
to satisfy thirst
Παραδείγματα
They stopped at the café to slake their thirst before continuing the journey.
Σταμάτησαν στο καφέ για να καταπραΰνουν τη δίψα τους πριν συνεχίσουν το ταξίδι.



























