Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slalom
01
σλάλομ
a downhill race over a winding course defined by upright poles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slaloms
to slalom
01
σλαλόμ, κάνω σλαλόμ
race on skis around obstacles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slalom
γ΄ ενικό πρόσωπο
slaloms
ενεστώτα μετοχή
slaloming
απλός αόριστος
slalomed
παθητική μετοχή
slalomed



























