slalom
sla
ˈslɑ
slaa
lom
ləm
lēm
/slˈæləm/

Ορισμός και σημασία του "slalom"στα αγγλικά

01

σλάλομ

a downhill race over a winding course defined by upright poles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slaloms
to slalom
01

σλαλόμ, κάνω σλαλόμ

race on skis around obstacles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slalom
γ΄ ενικό πρόσωπο
slaloms
ενεστώτα μετοχή
slaloming
απλός αόριστος
slalomed
παθητική μετοχή
slalomed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store