skiing
skiing
ski:ɪng
skiing

Ορισμός και σημασία του "skiing"στα αγγλικά

01

σκι, αθλητικό σκι

the activity or sport of moving over snow on skis 
skiing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He took up skiing as a hobby and now spends every weekend on the mountain. 

Ασχολήθηκε με το σκι ως χόμπι και τώρα περνάει κάθε Σαββατοκύριακο στο βουνό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

skiing
ski
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store