to sizzle
si
ˈsɪ
σι
zzle
zəl
ζαλ
swizzle

Ορισμός και σημασία του "sizzle"στα αγγλικά

to sizzle
01

τσιτσιρίζω, κραυγάζω

to produce a hissing noise, resembling the noise made when frying food 
Intransitive
to sizzle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sizzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
sizzles
ενεστώτα μετοχή
sizzling
απλός αόριστος
sizzled
παθητική μετοχή
sizzled
Παραδείγματα
The bacon began to sizzle in the hot pan. 

Το μπέικον άρχισε να τσιτσιρίζει στο καυτό τηγάνι.

02

τσιτσιρίζω, κραυγάζω

to cook or heat something intensely, producing a sharp, hissing sound 
Transitive: to sizzle sth
Παραδείγματα
The chef sizzled the steak on the hot grill to perfection. 

Ο σεφ τσίτσισε τη μπριζόλα στο καυτό γκριλ στην τελειότητα.

03

τσιτσιρίζω, βράζω

to feel or show intense anger or resentment 
Intransitive
Παραδείγματα
She sizzled with anger as she listened to the unfair accusations. 

Έβραζε από θυμό καθώς άκουγε τις άδικες κατηγορίες.

01

τσιτσίρισμα, κροτάλισμα

a sizzling noise 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sizzles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sizzling
sizzle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store