single cream
sin
ˈsɪn
sin
gle
gəl
gēl
cream
kri:m
krim

Ορισμός και σημασία του "single cream"στα αγγλικά

01

ελαφριά κρέμα

a thinner, pourable cream with a lower fat content compared to double cream 
single cream definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
single creams
Παραδείγματα
Add a dollop of single cream to your fresh fruit salad for a creamy and refreshing twist. 

Προσθέστε μια κουταλιά ελαφριάς κρέμας στη φρέσκια φρουτοσαλάτα σας για μια κρεμώδη και δροσιστική νότα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store