singer
Pronunciation
/ˈsɪŋɚ/

Ορισμός και σημασία του "singer"στα αγγλικά

01

τραγουδιστής, τραγουδίστρια

someone whose job is to use their voice for creating music
singer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
singers
Παραδείγματα
The singer performed her popular songs at the music festival.
Η τραγουδίστρια ερμήνευσε τα δημοφιλή της τραγούδια στο μουσικό φεστιβάλ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store