Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Signaling
01
σήμανση, εκπομπή σημάτων
the act of sending or receiving messages or information through gestures, sounds, or symbols to communicate over a distance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
signalings
Παραδείγματα
The signaling between ships allowed them to communicate in the fog.
Η σηματοδότηση μεταξύ των πλοίων τους επέτρεψε να επικοινωνούν στον ομίχλη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
signaling
signal



























