Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Signatory
01
υπογράφων, συμβαλλόμενο μέρος
a person, organization, or country that has signed a formal agreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
signatories
Παραδείγματα
The signatories of the treaty agreed to uphold the terms outlined in the document.
Οι υπογράφοντες της συνθήκης συμφώνησαν να τηρήσουν τους όρους που περιγράφονται στο έγγραφο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cosignatory
signatory
sign



























