signatory
sig
ˈsɪg
sig
nato
nət
nēt
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "signatory"στα αγγλικά

01

υπογράφων, συμβαλλόμενο μέρος

a person, organization, or country that has signed a formal agreement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
signatories
Παραδείγματα
The signatories of the treaty agreed to uphold the terms outlined in the document. 

Οι υπογράφοντες της συνθήκης συμφώνησαν να τηρήσουν τους όρους που περιγράφονται στο έγγραφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store