Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sidetrack
01
παρεκκλινής γραμμή, αποθηκευτική γραμμή
a short stretch of railroad track used to store rolling stock or enable trains on the same line to pass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sidetracks
to sidetrack
01
αποσπώ, ξεστρατίζω
to deviate from a main course to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sidetrack
γ΄ ενικό πρόσωπο
sidetracks
ενεστώτα μετοχή
sidetracking
απλός αόριστος
sidetracked
παθητική μετοχή
sidetracked
Παραδείγματα
He was sidetracked by a phone call and forgot to finish his report.
Τον απέσπασε μια τηλεφωνική κλήση και ξέχασε να ολοκληρώσει την αναφορά του.
Λεξικό Δέντρο
sidetrack
side
track



























