sidetrack
Pronunciation
/ˈsaɪdˌtɹæk/

Ορισμός και σημασία του "sidetrack"στα αγγλικά

01

παρεκκλινής γραμμή, αποθηκευτική γραμμή

a short stretch of railroad track used to store rolling stock or enable trains on the same line to pass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sidetracks
to sidetrack
01

αποσπώ, ξεστρατίζω

to deviate from a main course to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sidetrack
γ΄ ενικό πρόσωπο
sidetracks
ενεστώτα μετοχή
sidetracking
απλός αόριστος
sidetracked
παθητική μετοχή
sidetracked
Παραδείγματα
The project ’s progress was sidetracked by unexpected technical difficulties.
Η πρόοδος του έργου ξεστράτισε λόγω απροσδόκητων τεχνικών δυσκολιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store