Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sidestep
01
παρακάμπτω, αποφεύγω
to avoid or bypass a problem, question, or responsibility by addressing it indirectly or by taking a different approach
Transitive: to sidestep an issue or responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sidestep
γ΄ ενικό πρόσωπο
sidesteps
ενεστώτα μετοχή
sidestepping
απλός αόριστος
sidestepped
παθητική μετοχή
sidestepped
Παραδείγματα
Rather than facing the consequences of their actions, some people choose to sidestep accountability by shifting blame onto others.
Αντί να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους, κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν να παρακάμψουν την ευθύνη ρίχνοντας το φταίξιμο σε άλλους.
Sidestep
01
πλάγιο βήμα, πλαγιακή αποφυγή
a movement in which one steps to the side, often to avoid an obstacle or attack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sidesteps
Παραδείγματα
He took a sidestep around the uneven pavement.
Έκανε ένα βήμα στο πλάι γύρω από το άνισο πεζοδρόμιο.
Λεξικό Δέντρο
sidestep
side
step



























