Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sidestep
01
παρακάμπτω, αποφεύγω
to avoid or bypass a problem, question, or responsibility by addressing it indirectly or by taking a different approach
Transitive: to sidestep an issue or responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sidestep
γ΄ ενικό πρόσωπο
sidesteps
ενεστώτα μετοχή
sidestepping
απλός αόριστος
sidestepped
παθητική μετοχή
sidestepped
Παραδείγματα
During the interview, the politician attempted to sidestep controversial questions by redirecting the conversation to unrelated topics.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο πολιτικός προσπάθησε να παρακάμψει αμφιλεγόμενες ερωτήσεις ανακατευθύνοντας τη συζήτηση σε άσχετα θέματα.
Sidestep
01
πλάγιο βήμα, πλαγιακή αποφυγή
a movement in which one steps to the side, often to avoid an obstacle or attack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sidesteps
Παραδείγματα
The boxer executed a quick sidestep to dodge the punch.
Ο πυγμάχος εκτέλεσε ένα γρήγορο βήμα στο πλάι για να αποφύγει τη γροθιά.
Λεξικό Δέντρο
sidestep
side
step



























