sick
sick
sɪk
sik
stickspickslicksnick

Ορισμός και σημασία του "sick"στα αγγλικά

01

άρρωστος, ναυτιώδης

not in a good and healthy physical or mental state 
Dialectamerican flagAmerican
illbritish flagBritish
sick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sickest
συγκριτικός βαθμός
sicker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I think the milk was bad; it made me sick. 

Νομίζω ότι το γάλα ήταν κακό; με έκανε άρρωστο.

02

άρρωστος, ναυτία

having nausea and wanting to vomit 
sick definition and meaning
Παραδείγματα
She felt sick after eating too much candy. 

Αισθάνθηκε άσχημα αφού έφαγε πολλές καραμέλες.

03

τρελός, παράφρονας

affected with madness or insanity 
sick definition and meaning
04

βαρεμένος, κουρασμένος

feeling bored or annoyed with a person, situation, or thing because of having an excessive amount of it 
Παραδείγματα
I'm so sick of hearing the same excuses from my coworkers every time a project is delayed. 

Είμαι τόσο βαρεμένος να ακούω τις ίδιες δικαιολογίες από τους συναδέλφους μου κάθε φορά που ένα έργο καθυστερεί.

05

αηδιαστικός, φρικτός

shockingly repellent; inspiring horror 
06

άρρωστος, διαταραγμένος

mentally or emotionally disturbed or unhealthy 
Παραδείγματα
The character in the novel was portrayed as deeply sick, struggling with severe emotional trauma. 

Ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα απεικονίστηκε ως βαθιά άρρωστος, παλεύοντας με σοβαρό συναισθηματικό τραύμα.

07

αδύναμος, θαμπός

(of light) lacking in intensity or brightness; dim or feeble 
08

άρρωστος, φανταστικός

exceptionally good or impressive 
αργκό
Παραδείγματα
The special effects in that movie were sick; I loved every moment! 

Τα ειδικά εφέ σε εκείνη την ταινία ήταν άρρωστα· λάτρεψα κάθε στιγμή!

to sick
01

κάνω εμετό, ξεράνω

eject the contents of the stomach through the mouth 
to sick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sick
γ΄ ενικό πρόσωπο
sicks
ενεστώτα μετοχή
sicking
απλός αόριστος
sicked
παθητική μετοχή
sicked
01

άρρωστοι, άτομα που είναι άρρωστα

people who are sick 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sick

Λεξικό Δέντρο

sickish
sickly
sickness
sick
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store