sibling
sib
ˈsɪb
σιμπ
ling
lɪng
λινγκ
/sˈɪblɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sibling"στα αγγλικά

01

αδελφός ή αδελφή, sibling

one's brother or sister
sibling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
siblings
Παραδείγματα
The siblings reunited for their parents' anniversary, reminiscing about their childhood.
Τα αδέλφια επανενώθηκαν για την επέτειο των γονιών τους, θυμόμενα την παιδική τους ηλικία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store