to sibilate
si
ˈsɪ
si
bi
bi
late
leɪt
leit
simulate

Ορισμός και σημασία του "sibilate"στα αγγλικά

to sibilate
01

σφυρίζω, σφυρίζω δυσαρέσκεια

to hiss in a way meant to convey disapproval, dissent, or a negative reaction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sibilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sibilates
ενεστώτα μετοχή
sibilating
απλός αόριστος
sibilated
παθητική μετοχή
sibilated
Παραδείγματα
When the umpire made the questionable call, fans in the bleachers loudly sibilated their disagreement. 

Όταν ο διαιτητής πήρε την αμφισβητήσιμη απόφαση, οι οπαδοί στις κερκίδες σφύριξαν δυνατά τη διαφωνία τους.

02

σιγοτραγουδώ, μιλώ με σφυριχτά ήχους

to voice something in a way that incorporates hissing speech sounds 
Παραδείγματα
He sibilated threats through clenched teeth when confronting the man. 

Σφύριξε απειλές μέσα από τα σφιγμένα του δόντια όταν αντιμετώπισε τον άνδρα.

03

σφυρίζω, εκπέμπω ένα σφυριχτό ήχο

utter a sibilant 
04

σιγοβράζω, προφέρω με αρχικό συριστικό

pronounce with an initial sibilant 

Λεξικό Δέντρο

sibilation
sibilate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store