Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sibilate
01
σφυρίζω, σφυρίζω δυσαρέσκεια
to hiss in a way meant to convey disapproval, dissent, or a negative reaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sibilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sibilates
ενεστώτα μετοχή
sibilating
απλός αόριστος
sibilated
παθητική μετοχή
sibilated
Παραδείγματα
Members of the opposing party sibilated en masse as the bill they opposed was passed.
Τα μέλη του αντίπαλου κόμματος σφύριξαν μαζικά όταν ψηφίστηκε ο νόμος που αντιτίθενταν.
02
σιγοτραγουδώ, μιλώ με σφυριχτά ήχους
to voice something in a way that incorporates hissing speech sounds
Παραδείγματα
The snakes sibilate warnings at any nearby movement.
Τα φίδια σφυρίζουν προειδοποιήσεις σε κάθε κοντινή κίνηση.
03
σφυρίζω, εκπέμπω ένα σφυριχτό ήχο
utter a sibilant
04
σιγοβράζω, προφέρω με αρχικό συριστικό
pronounce with an initial sibilant
Λεξικό Δέντρο
sibilation
sibilate



























