Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shut
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
shut
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuts
ενεστώτα μετοχή
shutting
απλός αόριστος
shut
παθητική μετοχή
shut
Παραδείγματα
Before going to bed, she had to shut all the windows to keep the cold air out.
Πριν πάει για ύπνο, έπρεπε να κλείσει όλα τα παράθυρα για να μην μπει ο κρύος αέρας.
Παραδείγματα
As night fell, the automatic doors shut, signaling the end of business hours.
Καθώς έπεφτε η νύχτα, οι αυτόματες πόρτες έκλεισαν, σηματοδοτώντας το τέλος των ωρών λειτουργίας.
03
κλείνω, αποκλείω
to close off or block access to a place or route, preventing passage
Transitive: to shut a place or route
Παραδείγματα
The authorities shut the road to traffic due to the landslide, preventing cars from passing through.
Οι αρχές έκλεισαν το δρόμο στην κυκλοφορία λόγω της κατολίσθησης, αποτρέποντας τα αυτοκίνητα από το να περάσουν.
04
κλείνω, εξοφλώ
to close a store or business, often at the end of the day or permanently
Intransitive: to shut point in time
Transitive: to shut a store or business | to shut a store or business point in time
Παραδείγματα
They shut the store at 9 PM every night.
Κλείνουν το μαγαζί στις 9 το βράδυ κάθε βράδυ.
shut
01
κλειστός, κλειδωμένος
closed or not open
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shut
συγκριτικός βαθμός
more shut
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shut door kept the cold wind out of the house.
Η κλειστή πόρτα κράτησε το κρύο αέρα έξω από το σπίτι.



























