Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shudder
01
τρέμω, ανατριχιάζω
to tremble or shake involuntarily, often as a result of fear, cold, or excitement
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shudder
γ΄ ενικό πρόσωπο
shudders
ενεστώτα μετοχή
shuddering
απλός αόριστος
shuddered
παθητική μετοχή
shuddered
Παραδείγματα
The creepy sensation of spiders crawling made her shudder with disgust.
Η ανατριχιαστική αίσθηση των αραχνών που σέρνονται την έκανε να τρεμουλιάσει από αηδία.
Shudder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shudders
Παραδείγματα
The creepy story made everyone in the room give a shudder.
Η ανατριχιαστική ιστορία έκανε όλους στο δωμάτιο να τρεμουλιάσουν.
02
ρίγος, τρόμος
an almost pleasurable sensation of fright



























