shudder
shu
ˈʃə
σα
dder
dɜr
ντερρ
/ʃˈʌdɐ/

Ορισμός και σημασία του "shudder"στα αγγλικά

to shudder
01

τρέμω, ανατριχιάζω

to tremble or shake involuntarily, often as a result of fear, cold, or excitement
Intransitive
to shudder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shudder
γ΄ ενικό πρόσωπο
shudders
ενεστώτα μετοχή
shuddering
απλός αόριστος
shuddered
παθητική μετοχή
shuddered
Παραδείγματα
The creepy sensation of spiders crawling made her shudder with disgust.
Η ανατριχιαστική αίσθηση των αραχνών που σέρνονται την έκανε να τρεμουλιάσει από αηδία.
01

ρίγος, τρόμος

an involuntary movement caused by fear, discomfort, or illness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shudders
Παραδείγματα
The creepy story made everyone in the room give a shudder.
Η ανατριχιαστική ιστορία έκανε όλους στο δωμάτιο να τρεμουλιάσουν.
02

ρίγος, τρόμος

an almost pleasurable sensation of fright

Λεξικό Δέντρο

shuddering
shudder
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store