shredded
shre
ˈʃrɛ
shre
dded
dɪd
did
embeddedthreadedunleadedbeheaded

Ορισμός και σημασία του "shredded"στα αγγλικά

01

ψιλοκομμένο, κομμένο σε κομμάτια

prepared by cutting 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shredded
συγκριτικός βαθμός
more shredded
διαβαθμίσιμο
02

καθορισμένος, γλυμμένος

extremely lean and muscular, with clearly defined muscles 
αργκό
Παραδείγματα
He got shredded for the summer. 

Ξεράθηκε για το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store